Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Οι γέροι, Γ. Βαρβέρης

«Κι επειδή κάποτε/ ξαπλώσαμε αγκαλιά/ κι ήταν αυτός ένας ύπνος ανήσυχος/ όπου οι ανάσες μας παίρναν η μια/ την άχνα της άλλης·/ κι επειδή έπινα την πνοή σου/ κι έφτιαχνα δικιά μου καινούργια πνοή/ να σου τη στείλω·/ κι επειδή καίγαν οι ανάσες μας έτσι/ για χρόνια/ πάνω στα πρόσωπά μας ασταμάτητα/ γίναμε ο ένας για τον άλλον/ σαν τη βροχή/ που όσο κι αν διώχνουν οι καθαριστήρες/ όλο πέφτει/ και σε τυφλώνει/ και δε σ’ αφήνει να δεις».
( από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου