Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Γιάννης Ρίτσος

Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη
την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση.
Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

"Nightly disease"


Νύχτες
Να φυσάει ο κρύος αέρας
Σαν ανάσα στο πρόσωπό σου.

Νύχτες
Να καθρεφτίζονται στα νερά
Αυτής της παράξενης πόλης.

Νύχτες
Να σιγοτραγουδάς για να συνοδεύεις
Τη μοναξιά σου.

So long and lonely nights.


«Το φίδι ξέρει τι θα πει
ν’ αλλάζεις το πετσί σου,
γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.»

Μιχάλης Γκανάς

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Έτσι λοιπόν...

Όταν το πόπολο επαναστατεί...

Όταν κάποιοι διεκδικούν ελευθερία απόλυτη...

Όταν η δέσμευση καταλήγει καταναγκαστική...

Τότε...τι απομένει λοιπόν;;;

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Το λευκό χαρτί, σκληρός καθρέφτης...

Λένε ότι η γραφή λυτρώνει, ότι είναι ένας τρόπος να διοχετεύσει κάποιος τους προσωπικούς του δαίμονες, «ένα καταφύγιο που φθονούμε». Πολλές φορές μας επιστρέφει μόνο όσα εμείς είμαστε αλλά δεν βλέπουμε, ούτε καν στον καθρέφτη. Ίσως για το λόγο αυτό κάποιοι δε γράφουν πια, ανησυχούν μήπως διαπιστώσουν κάτι που συνειδητά αποφεύγουν. «Το λευκό χαρτί, λοιπόν, σκληρός καθρέφτης».

(Δεν ήρθε ακόμα η στιγμή της πραγματικής αναμέτρησης, πρόσκαιρα ναρκώνει το νου με περιηγήσεις σε επιπόλαια νερά. Αντιγόνη Λ.)

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ, Μίλτος Σαχτούρης

ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ, Μίλτος Σαχτούρης

Άλογα περήφανα
οι επιθυμίες μου
γονάτισαν κάθισαν χάμω

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

ο ένας πήγε να βρει το Θεό
ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο
και ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.


(από τη συλλογή Έκτοτε)

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Η νύχτα γαντζώνεται στο σώμα της.

Πάλευε το σκοτάδι καιρό.
Προσπαθούσε να αντιμετωπίσει
την αδυσώπητη έλευση της νύχτας.
Όμως, το ένιωθε πάνω της,
σχεδόν το ψηλαφούσε.

Οι μικρές στιγμές του σκοταδιού
σαν νύχια γαντζώνονταν πάνω στο σώμα της
και μετά παντού το κουβαλούσε
ακόμα και στη μέρα.
Το φως το σκοτάδι δεν πτοούσε.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Η Αντιγόνη Λαβδακίδου σκέφτεται δυνατά...

«Σαν περιήγηση που ξεκίνησε στους δρόμους μιας συννεφιασμένης πόλης, υπό τους ήχους του Rapunzel, να σε καταδιώκει το υποσυνείδητό σου, να περπατάς σαν να τρέχεις, να μαζέψεις ποιες εικόνες, ποιες επιθυμίες, ποια πρόσωπα, έτσι θρυμματισμένα που προσπαθούν να ανασυσταθούν στη μνήμη σου και η μελωδία εκεί, να μεταμορφώνεται στις μέρες του Pearly Spencer, τραγουδώντας Again and again, αν επρόκειτο να φύγεις ποιους θα πλήγωνες, εσύ πόσο θα πληγωνόσουν, you are killing me again, και όλα αυτά…γιατί;»

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Σκέψεις που θα μπορούσαν να γίνουν μέρα

Η Αντιγόνη Λαβδακίδου σκέφτεται δυνατά:
«Με κούρασε η διανοητική μου εργασία. Δεν έχω πια άλλες ιδέες. Ή το χειρότερο, δεν έχω πλέον υπομονή για να τις δημιουργήσω. Και έτσι συγκρούομαι με τον εαυτό μου εκείνον που προσπαθεί να με πείσει να αντλήσω υπομονή βαθιά από τις ρίζες των μαλλιών μου. Φεύ! Ειρωνεία: πέφτουν και οι τρίχες σιγά-σιγά…».
«Θέλω να ζήσω!!! Τη ζωή ως βίωμα, εμπειρία, πράξη. Φτάνει πια η θεωρία και οι ομιχλώδεις περιηγήσεις».


Α. Οιδ. Λ.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Παλιά καλοκαίρια, Λένα Παππά

Καρπίζουνε μέσα μου παλιά καλοκαίρια
ανάβουνε βλέμματα αλλοτινά
θρο΄ί' σματα αγγίσματα.

Τίποτα δε χάθηκε στ' αλήθεια, όλα είναι εδώ, όλα είναι εδώ.

Μια σπίθα μόνο ανάβει πυρκαγιές
στις θημωνιές της μνήμης
πυρκαγιές στις θημωνιές της μνήμης.

Κι αν η ελπίδα το μέλλον συντηρεί
η μνήμη τρέφει το παρόν
το παρελθόν μας δικαιώνοντας.
Γιατί ό,τι υπήρξε μια φορά
δε γίνεται να πάψει να έχει υπάρξει.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Το ηλιακό ρολόι, Γ. Βαρβέρης

Όταν ο κύριος Φογκ
ήθελε να δει τι ώρα είναι
έσκυβε από την πολυθρόνα
και κοίταζε το πρόσωπό του στο νερό:
όμορφος παρά μελαγχολικός και δέκα δευτερόλεπτα
τρυφερός και αγέρωχος και σαράντα δευτερόλεπτα
λυπημένος και λυπημένος ακριβώς
του απαντούσε το νερό.
Μόνο τη νύχτα
η ώρα ήτανε πάντα
νύχτα.
Όταν μια νύχτα ολόκληρη
σου δίνεται
δεν τη ρωτάς ποτέ
τι ώρα είναι.
Όταν μια νύχτα ολόκληρη
σου δίνεταιεν τη ρωτάς ποτέ
(από τη συλλογή Ο κύριος Φογκ)

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Τι είπε η μουσική για τον κύριο Φογκ, Γ. Βαρβέρης

-Χρόνια τον εξευμένιζα με φλοίσβους
πάντοτε μ' απειλούσε με σιωπή.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Σκι, Γιάννης Βαρβέρης

«Ακρίδα του ρίγους/ το αυτί μου μια πίστα/ η γλώσσα σου εξαίσιος σκιέρ/ πεταχτών ελιγμών απίθανων ψιθύρων/ με τινάζει στα σλάλομ τ’ ουρανού./ Μετά παίρνεις νωθρά το σουτιέν σου απ’ το πάτωμα/ κουμπώνεις τη μελαγχολία του κόσμου/ στον ήχο/ της κόπιτσας».

(από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου)

Οι γέροι, Γ. Βαρβέρης

«Κι επειδή κάποτε/ ξαπλώσαμε αγκαλιά/ κι ήταν αυτός ένας ύπνος ανήσυχος/ όπου οι ανάσες μας παίρναν η μια/ την άχνα της άλλης·/ κι επειδή έπινα την πνοή σου/ κι έφτιαχνα δικιά μου καινούργια πνοή/ να σου τη στείλω·/ κι επειδή καίγαν οι ανάσες μας έτσι/ για χρόνια/ πάνω στα πρόσωπά μας ασταμάτητα/ γίναμε ο ένας για τον άλλον/ σαν τη βροχή/ που όσο κι αν διώχνουν οι καθαριστήρες/ όλο πέφτει/ και σε τυφλώνει/ και δε σ’ αφήνει να δεις».
( από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου)

«Ένα ποίημα έλεγε πως γνωρίζει ένα ποίημα που γνωρίζει τον Μήτσο», Γ. Βαρβέρης

«Λοιπόν γύριζε δήθεν άσκοπα του ποιήματός μου ο ήρωας, φοιτητής επί δικτατορίας ας υποθέσουμε, τότε αντιστασιακός οργανωμένος έστω, σαραντάρης σήμερα με φαλακρίτσα χτένιζε την Ομόνοια σε σαφάρι και δεν είχα τι να τονε κάνω. Όμως εκείνος ήτανε μέσα στο μυαλό μου κι ήξερε καλά όλους τους ήρωες ποιημάτων που με συγκινούν, γι’ αυτό –κι όχι μονάχα- το θυμήθηκε το πατριωτάκι του τον Μήτσο σαν τον είδε απέναντι στο σουβλατζίδικο, τον «Μήτσο τον επιλοχία», τον έρμο και σκοτεινό βασανιστή, ξέμπαρκο και που χάζευε πικρά στου Γ. Μ. το ποίημα· θυμήθηκε όμως και το ξύλο και τις μελανιές αλλά ιδίως το πως τον είχε ο Μήτσος, δαγκώνοντας τη γόπα του σαν μπράτσο, κοιτάξει τότε, καθώς έβγαινε από την Ασφάλεια Μπουμπουλίνας, μα κι ο δικός μου πως ότι τάχα δεν κατάλαβε, / όμως τώρα, ήταν το θάρρος του πρώην θύματος, ήταν το απάνω χέρι του δημοκράτη νικητή, θες το gay movement, θες κι οι ενοχές του Μήτσου που προεξόφλησε αστραπιαία, «Ρε συ, εσύ δεν είσαι ο Μήτσος;» φώναξε, μα εκείνος έκανε και δεν είδε και δεν άκουσε, χάθηκε βλάχος σκοτεινός κασκέτο ντροπιασμένο της στοάς μέσα σε υδρόγεια σύννεφα ντονέρ./ «Κρίμα που δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε στα ποιήματα», κατέβασε τα μάτια ο ήρωας μου· ταμείο και κόβοντας ένα ουρητήριο «Καυτή σάρκα» σινέ-Σταρ, έτοιμος πάλι για πολύ πιο προσγειωμένες περιπέτειες, «Άσε τους ποιητές, αναλογίστηκε, να πληρώνουνε πάντα τα σπασμένα».

3M by A.L.

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μεγάλο δάσος από κίτρινα δέντρα στο Κεφαλάρι ζούσαν τρεις γκόμενες, η Μαριάλεξ, η Μαριεύη και η Μαριγιάννα. Αποστολή είχαν να πίνουν καφέ κάθε μέρα και σε διαφορετικό τρέντι μαγαζί σε Κηφισιά, Πολιτεία, The Mall, Golden Hαll, Κολωνάκι, Γλυφάδα και Βουλιαγμένη. Μια μέρα αποφάσισαν να πάνε στην πλατεία Κολωνακίου να συναντήσουν τον Μαριστέλιο, τον Μαρικώστα και τον Μαριάγγελο. Ξεκίνησαν χαρούμενες μες στο cabrio Audi της Μαριγιάννας που της είχε κάνει δώρο ο μπαμπάς της με τις τελευταίες μίζες της Siemens. Φτάνοντας στο κέντρο έψαξαν να βρουν θέση πάρκινγκ και η αναζήτηση αυτή έλαβε τέλος όταν βρήκαν μια θέση λουκούμι στην οδό Βαλτετσίου, κοντά στην πλατεία Κολωνακίου. Αμέριμνες κατέβηκαν τη Σόλωνος χαζεύοντας βιτρίνες και ανταλλάσσοντας σκέψεις βαθυστόχαστες για τα καινούρια στρινγκ που έβγαλε ο Γαβαλάς.....
Η Μαριάλεξ ήταν μια μελαχρινή αδυνατούλα που πάσχιζε να πείσει τον κόσμο ότι ήταν απόφοιτη του Μετσοβείου, του τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών παρακαλώ!! Δυστυχώς όμως οι τρέντουλες στα ΒΠ δεν μπορούν να καταλάβουν από μηχανική ρευστών και τετοιαύτα, οπότε ζούσε ένα δράμα. Ευτυχώς τα πανάκριβα Cavalli γυαλιά ηλίου έκρυβαν τους μαύρους κύκλους στα μάτια της Μαριαλέξιδος και έτσι το wannabe αγόρι της ο Μαριστέλιος δεν τα έβλεπε συχνά γιατί αλλιώς θα τα έβρισκε tres banal και αυτό ήθελε να αποφύγει η Μαριάλεξ. Για να τον παραπλανά λουζόταν με άρωμα Bulgari (2000 euro τα 100 ml) που είχε ετοιμάσει ο οίκος αποκλειστικά για εκείνη με εσάνς μωβ γαρύφαλλου και πορτοκαλί ορχιδέας που είχαν καλλιεργήσει κάποιοι ταλαίπωροι ιθαγενείς στα νησιά Γκαλαπάγκος (ποιος τους θυμάται άραγε αυτούς;;). Ο Μαριστέλιος μαστούρωνε από το άρωμα και έτσι έβρισκε τα μάτια της Μαριαλέξιδος πολύ γοητευτικά. Ακόμη πιο γοητευτικά έβρισκε τα ανύπαρκτα στήθη της τα οποία αρχικά θεωρούσε ότι ήταν τουλάχιστον σαν της Μόνικας (μία είναι η Μόνικα!) αλλά ήταν απλά το wonderbra που είχε κάνει το θαύμα του.
To be continued…!

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Do not go gentle into that good night, Dylan Thomas

Do not gο gentle into that good night ,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.
Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.


Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.
Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.
And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.

Γελαστή φωτογραφία, Μιχάλης Γκανάς

Κι αν σου μιλώ ψιθυριστά / κι αν σ' αγαπώ συλλαβιστά/είναι που σε βλέπω στ' όνειρό μου/ κάτι βράδια να με ντύνεις χάδια μεταξωτά. / Είναι που φοβάμαι μην ξυπνήσω και σε χάσω/ μήπως σε ξεχάσω, οριστικά./ Κι αν σου μιλώ με μια φωνή / που δεν ακούν οι ουρανοί / είναι που 'χεις γίνει γελαστή φωτογραφία, / έχρωμη απουσία, όλο νερά./Είναι που χαϊδεύω το σακάκι σου τα βράδια / και φορώ τα χάδια, μαύρα κουμπιά. /Είναι που δε βρίσκω σε κανένα μονοπάτι ένα χαλικάκι του γυρισμού. / Γίνε φωτιά να σε κοιτώ /γίνε τραγούδι στο στόμα / γίνε γιορτή να ξεχαστώ / κρύψου παντού να σε βρω.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Αποσπάσματα ερωτικού λόγου, Ρολάν Μπαρτ

"...Στη ζωή μου συναντώ εκατομμύρια σώματα. Απ' αυτά μπορεί να ποθήσω κάποιες εκατοντάδες. Μα από τις εκατοντάδες αυτές δεν αγαπώ παρά μονάχα ένα. Ο άλλος, με τον οποίο είμαι ερωτευμένος, μου ορίζει την ειδοποιό διαφορά του πόθου μου".

(από το λήμμα Αξιολάτρευτο)

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Επιλογή από τα ποιήματα του Γ. Βαρβέρη

1. «Μαύρες κουκκίδες/ Διάττοντες στο χιόνι/ Σήμα μικρό που χάνεται στη θέα/ Να κάνει σκι πάνω σε μια νιφάδα/ Το βρίσκει άλλη νιφάδα και το λιώνει/ Λιώνει κι αυτή/ Χιόνι στο χιόνι/ Βέρμιο Φτερόλακκα ψηλά βουνά/ Ο χρόνος -/ Κι ο θάνατος το στρώνει».

2. «Ένας άνθρωπος ήτανε/ τον είχανε / σε μίας κατάψυξη/ πάγος ήτανε./ Άνοιξε το ψυγείο της/ η μάνα του/ απόψυξη/ κρακ κρακ/ τσακίστηκε/ κάτω έξω/ και/-συναισθηματικός-/ πάει/ έλιωσε/ ο άνθρωπος».

(από τη συλλογή Ο θάνατος το στρώνει)

Γιάννης Βαρβέρης

Επείγει ό,τι δε γίνεται- Ν' αλλάξω παρελθόν.

Celine, Voyage au bout de la nuit

"...Ποτέ δεν τον ξανάδα τον Πρενσάρ. Είχε το βίτσιο των διανοουμένων, ήταν υπερφίαλος. Ήξερε πολλά πράγματα το παιδί, κι αυτά τα πράγματα τον μπέρδευαν. Του χρειάζονταν ένα σωρό περιστροφές για να ξεσηκωθεί, ν' αποφασίσει". (p. 90)

Leo Ferre

Dans l' exil du miroir/ je m' adopte, je m' adore/ et je me tue./ Le desordre, c' est l' ordre/ moins le pouvoir.

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Welcome!

Καλησπέρα! Σήμερα γεννήθηκε το προσωπικό μου ιστολόγιο. Εδώ θα καταγράφονται οι σκέψεις που θέλω να μοιραστώ μαζί σας! Κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο εφόσον δεν είναι προσβλητικό. Καλή και ενδιαφέρουσα πλοήγηση εύχομαι σε όλους! Je vous merci! C.